- ἔρνος
- ἔρνος, εος: shoot, scion, young tree, Il. 17.53 ; ἔρνεϊ ϝῖσος, of young persons, Il. 18.56, Od. 14.175, cf. Od. 6.163.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
έρνος — ἔρνος, ὁ (Μ), ἔρνος, τὸ (Α) 1. βλαστάρι, βλαστός («τρέφει ἀνήρ ἔρνος ἐλαίης», Ομ. Ιλ.) 2. μτφ. τέκνο, απόγονος («Διγενής Ἀκρίτης τῶν Καππαδόκων ὁ τερπνὸς... ἔρνος», Διγεν. Ακρ.) αρχ. 1. στον πληθ. τά ἔρνεα τα στεφάνια που φορούσαν οι νικητές… … Dictionary of Greek
ἔρνος — young sprout neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἔρνει — ἔρνος young sprout neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἔρνεϊ , ἔρνος young sprout neut dat sg (epic ionic) ἔρνος young sprout neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἔρνη — ἔρνος young sprout neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἔρνος young sprout neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐρνέων — ἔρνος young sprout neut gen pl (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐρνῶν — ἔρνος young sprout neut gen pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἔρνεα — ἔρνος young sprout neut nom/voc/acc pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἔρνεσι — ἔρνος young sprout neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἔρνεσιν — ἔρνος young sprout neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἔρνεσσιν — ἔρνος young sprout neut dat pl (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἔρνους — ἔρνος young sprout neut gen sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)